
ειδική κάμινος μεγάλου ύψους, που αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες, εντός της οποίας γίνεται η τήξη του σιδήρου και παρασκευάζεται ο χυτοσίδηρος
υψικάμινος < υψι- + κάμινος (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική haut fourneau: ο σωστός σχηματισμός θα ήταν *υψηλοκάμινος)